Γράφει ο Ιωάννης Βαρκάρης*

Μυθιστόρημα (συνέχεια από το δεύτερο μέρος εδώ)

Όπως κατάλαβα αυτό που είχε κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στον Φανούρη από όλα τα αντικείμενα, όταν τα είδε, ήταν αυτό το βάζο.

Από την έκφρασή του αντιλαμβανόμουν πως δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο όπως άλλωστε ήταν φυσικό για κάποιον που έχει μεγαλώσει μέσα σε μια καταναλωτική κοινωνία. Σηκώνοντας ψηλά το βάζο με το χοιρινό το έφερα μπροστά στα μάτια του κάνοντας ακόμα μια φορά την ερώτηση:

– «Αυτό ξέρεις τι είναι;»

Όμως ο Φανούρης αυτή την φορά-ίσως επηρεασμένος από την ερώτηση σχετικά με την σωλήνα- δεν απάντησε με βάση το προφανές. Το σκέφτηκε λίγα δευτερόλεπτα και μετά σήκωσε τους ώμους απαντώντας ένα ξερό «όχι δεν ξέρω» . Φανταζόμουν ότι είχε μάθει το μάθημα του πλέον και δεν θα έμπαινε στην διαδικασία άλλη φορά να κρίνει το κάθε τι με βάση το προφανές διότι το προφανές είναι διαφορετικό για τον καθένα και πάντα έχει σχέση και με το επίπεδο γνώσης του καθενός. Έτσι συνέχισα την παρουσίαση του βάζου.

– «Αυτό είναι μια συσκευή συντήρησης τροφής. Έχω βάλει μέσα στην συσκευή μια τροφή εδώ και μήνες και ένα υλικό που λέγεται ελαιόλαδο το οποίο λειτουργεί ως συντηρητικό. Η συσκευή αυτή λειτουργεί άψογα και αν δεν την σπάσεις μπορεί να την έχεις για μια ζωή. Συντηρεί τα τρόφιμα για μήνες πάντα με το κατάλληλο συντηρητικό. Αυτό το χοιρινό το έχω μαγειρέψει και το έχω τοποθετήσει στην συσκευή 5 μήνες τώρα και αν το φάμε θα δεις και εσύ πως είναι διατηρημένο σε άριστη κατάσταση» του είπα όσο πιο σοβαρά μπορούσα προσέχοντας να μην μου ξεφύγει κάποιο χαμόγελο.

Ο Φανούρης τώρα κοιτούσε μια εμένα και μια το βάζο προσπαθώντας να καταλάβει που το πάω. Καταλαβαίνοντας όμως ότι δεν έχει άλλη επιλογή συνέχισε να κινείται στην σκεπτική αυτή.

– «Θα έλεγε κανείς δάσκαλε λοιπόν ότι αυτό είναι ένα πρωτόγονο ψυγείο» σχολίασε.

– «ναι και όχι» απάντησα τότε άμεσα καθώς αυτή την συζήτηση την είχα ξανακάνει στο παρελθόν με κάθε μαθητή μου και ως εκ τούτου ήξερα σχεδόν όλες τις απαντήσεις που μπορούν να δοθούν στο θέμα.

«Για την ακρίβεια το ψυγείο βγήκε με σκοπό να καταργήσει το βάζο. Το ένα δεν είναι η εξέλιξη του άλλου, αλλά για να έχεις ανάγκη το ψυγείο πρέπει να ρίξεις σε αχρηστία το βάζο. Κάτσε να στο εξηγήσω αυτό» είπα και καθίσαμε σε μια συστάδα από μικρούς βράχους που υπήρχανε στην Νότια πλευρά του λόφου περίπου είκοσι μέτρα πιο κάτω από την κορυφή του που στεκόμασταν ως τότε. Πάντα μου άρεσε ο Νοτιάς και τα νότια και ζεστά μέρη. Ωστόσο κατά παραξενιά της ζωής μου πάντα οι περιπέτειες μου με οδηγούσαν εν τέλη στον Βορρά και το κρύο. Όσο επιδίωκα τον Νότο τόσο με απόφευγε αυτός και τόσο με αγάπαγε και με αγκάλιαζε ο Βορράς. Όμως αυτό είναι μια ιστορία που θα σας την πω κάποια άλλη στιγμή. Προς ώρας μου αρκούσε να κάνω τις παραδόσεις των μαθημάτων ή τους προσωπικούς μου περιπάτους «κοιτάζοντας» προς τον Νότο ούτως ώστε να αισθάνομαι έστω νοητά ότι βρίσκομαι σε κάποιο Νότιο και ερημικό μέρος που τίποτα -ούτε καν το κρύο- δεν θα μπορούσε να διαταράξει την γαλήνη της ζωής μου. Είχα περάσει αρκετούς «νοητούς» χειμώνες στο διάβα της ζωής και απόκτησα ένα είδος αλλεργίας σε αυτούς..

Όμως όπως σας είπα και πριν αυτό θα το εξιστορήσω μια πιο κατάλληλη στιγμή. Προς ώρας θα αρκεστώ να πω ότι ο Φανούρης έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται ότι έχω την μικρή εμμονή και ευαισθησία μου σε κάτι. Δεν είχε κάνει τον συνειρμό ή κάποια σύνδεση στο μυαλό του για το γεγονός ότι πάντα όταν κάναμε μάθημα ή βόλτα επέμενα να αναζητώ και να κοιτάω προς τον Νότο. Εδώ μπορώ να σας εξομολογηθώ ότι ευτυχώς που δεν το είχε καταλάβει και εγώ προσπαθούσα πάντα να το καλύψω διότι αν έπεφτε στην αντίληψη του, τότε θα ήμουν υποχρεωμένος να του κάνω ένα πολύ προχωρημένο μάθημα σχετικά με το προσωπικό «τοτέμ» του κάθε επαναστάτη, μάθημα που σκόπευα να του το κάνω πολύ μετέπειτα. Η θεωρία του προσωπικού «τοτέμ» είναι μάθημα αυτογνωσίας που όμως πρέπει να γίνει στον μαθητή όταν πλέον η επανάσταση έχει ποτίσει όλο του το είναι και δεν κινδυνεύει να κλονιστεί η πίστη του στον σκοπό της επανάστασης. Αν το μάθημα αυτό γίνει πρόωρα τότε κινδυνεύεις ως δάσκαλος να χάσεις έναν καλό επαναστάτη, διότι μετά το μάθημα αυτό οι περισσότεροι που δεν έχουν σταθεροποιηθεί στο θέμα πηγαίνουν και γίνονται μοναχοί ή οπαδοί κάποιας αίρεσης ή στην καλύτερη περίπτωση γίνονται πελάτες σε κάποιον ψυχαναλυτή και έτσι πάει χαμένη όλη η δουλειά και όλα τα μαθήματα που έχουν γίνει ως τότε. Δυστυχώς η γνώση έχει επίπεδα και πρέπει ο άνθρωπος να την λαμβάνει με το σταγονόμετρο ώστε να μπορεί να την αφομοιώσει,να την σταθεροποιήσει μέσα του και να εξελίξει τις παράμερους της.

Καθισμένοι πλέον σε κάποιες πέτρες στην συστάδα χρησιμοποιήσαμε μια από αυτές σαν τραπέζι και εκεί ανοίξαμε το βάζο με το χοιρινό και το δοκιμάσαμε. Είχα προνοήσει να φέρω μαζί μου κάποιες φέτες ψωμί ώστε να συνοδεύσουμε το ιδιότυπο γεύμα αλλά και το γλυκό που θα ακολουθούσε, όπως επίσης είχα πάντα μαζί μου κάποιο μπουκάλι με νερό όπου και αν πήγαινα, ότι και αν έκανα.

«Πως σου φαίνεται;» Ρώτησα τον Φανούρη

– «πολύ καλό» απάντησε εκείνος μασουλώντας ακόμα ένα κομμάτι που ήταν αρκετά πικάντικο «Θυμίζει κάποιο αλλαντικό,ίσως μια μίξη χωριάτικου λουκάνικου και προσούτο. Η γεύση αν και μου είναι άγνωστη έχει κάτι το οικείο πέραν της νοστιμιάς φυσικά»

– «Τώρα θα σου εξηγήσω τι σχέση έχουν όλα αυτά με την επανάσταση» του είπα, ανοίγοντας το άλλο βάζο με την μαρμελάδα. Ήταν μια παραδοσιακή μαρμελάδα πορτοκάλι την οποία την έφερα ως γλυκό μετά το κυρίως γεύμα που ήταν το χοιρινό. Η μαρμελάδα ήταν χειροποίητη φτιαγμένη από εμένα και είχε τοποθετηθεί σε μια όμοια…«συσκευή» με αυτήν που ήταν τοποθετημένο το χοιρινό με την διαφορά που εδώ το συντηρητικό ήταν η ζάχαρη και όχι το λάδι.

– «Κανείς δεν μπορεί να επαναστατήσει εναντίων των βιοτικών του αναγκών αγαπητέ» ξεκίνησα να του λέω. «Μπορούμε να επαναστατήσουμε και να ανατρέψουμε το κάθε τι εκτός από τις βασικές απαιτήσεις που χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε. Δεν μπορούμε να το ανατρέψουμε αυτό. Δες την τροφή για παράδειγμα. Μπορούμε να κάνουμε τους ανθρώπους να μην τρέφονται; Όχι διότι προφανώς δεν θα ζήσουν. Ίσως μπορούμε να τους πείσουμε να τρέφονται με διαφορετικές τροφές ή με λιγότερες τροφές ή ίσως κάποτε κάποιο σύστημα να φέρει μια διατροφική επανάσταση ούτως ώστε οι άνθρωποι να τρέφονται με χάπια έτοιμης τροφής. Μέχρι εκεί ναι μπορεί να συμβεί. Όμως το βασικό ένστικτο και την βασική ανάγκη δεν μπορούμε να την αλλάξουμε: Ο άνθρωπος για να επιβιώσει πρέπει να τραφεί. Αυτό δεν αλλάζει εκτός αν η επανάσταση αυτή λεγόταν αυτοκτονία. Αυτό θα ήταν άλλο θέμα. Θα ήταν μια επανάσταση εναντίον της ίδιας της ύπαρξης.»

– «Ούτως η άλλως ιστορικά λίγοι είναι αυτοί που εν τέλη αυτοκτονούν.» παρατήρησε ο Φανούρης.

– «Προσοχή όμως να μην μπερδέψουμε την θυσία για έναν σκοπό με την αυτοκτονία. Αν και μοιάζουν δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Αν εξαιρέσουμε την αυτοκτονία λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο άνθρωπος ιεραρχεί τον αγώνα του με βάση τις βιοτικές του ανάγκες σε συντριπτικό ποσοστό τουλάχιστον. Και αυτό προκύπτει σαν συμπέρασμα αν σκεφθούμε ότι ο επαναστάτης που σκέφτεται την ανατροπή φυσιολογικά την στιγμή που την σκέφτεται δεν πεθαίνει από την πείνα, διότι, αν εκείνη την στιγμή πεινούσε και κινδύνευε η ζωή του από την πείνα αυτή, τότε δεν θα σκεφτόταν την επανάσταση αλλά το πως θα γεμίσει το στομάχι του. Δεν θα είχε άλλωστε νόημα να σκέφτεται κάτι άλλο.»

– «Λογικό ακούγεται αφού αν πεθάνει από την πείνα κάθε σκέψη για επανάσταση δεν θα είχε νόημα» συμπλήρωσε ο Φανούρης

– «Το αυτό συμβαίνει και με κάθε ζωτική ανάγκη. Ο Επαναστάτης, αυτές πρέπει να τις έχει λύσει, για να εργαστεί μια επανάσταση. Δες όλες τις επαναστάσεις του πλανήτη από την αρχαιότητα ως σήμερα. Θα ανακαλύψεις ότι οργανώθηκαν και καθοδηγήθηκαν από ανθρώπους που δεν κινδύνευαν να πεθάνουν λόγο ελλείψεως τροφής,νερού κλπ. Μπορεί σε κάποιες επαναστάσεις να ακολούθησαν στην τελική τους μορφή και απολύτως εξαθλιωμένοι άνθρωποι αλλά πάντα οι καθοδηγητές, οι οργανωτές και εν γένει τα λεγόμενα «κεφάλια» ήταν άνθρωποι που αν δεν ήταν αστοί τουλάχιστον είχαν κάποια αποθέματα ώστε να επιβιώσουν για καιρό.»

– «Είναι αυτό που λέει ο λαός ότι οι επαναστάσεις γίνονται από την αστική τάξη;;;» ρώτησε ο Φανούρης προσπαθώντας να καταλάβει αν παίρνω το μέρος κάποιας πολιτικής απόχρωσης.

– «Εγώ δεν ασχολούμαι με τον λαό και τις τάξεις» του απάντησα ξεκόβοντας κάθε πολιτική συζήτηση. «Εγώ ασχολούμαι με επαναστάσεις αγαπητέ. Στην δική μου τέχνη υπάρχουν δύο επίπεδα ανθρώπων – και όχι τάξεις – . Το ένα επίπεδο είναι οι άνθρωποι που δεν αντιμετωπίζουν άμεσο πρόβλημα επιβίωσης και το άλλο επίπεδο είναι όσοι αντιμετωπίζουν. Οι πρώτοι μας κάνουν, διότι δεν αισθάνονται άμεσο κίνδυνο που να απειλεί την ζωή τους και έτσι προλαβαίνουν να σκεφτούν πως θα έχουν μια καλύτερη ζωή, προλαβαίνουν να φιλοσοφήσουν μια ιδεολογία, όπως και προλαβαίνουν να προετοιμάσουν τον εαυτό τους για να θυσιάσουν την ζωή τους σε κάτι που αξίζει κατ αυτούς. Οι άλλοι δεν κάνουν διότι το ένστικτο της επιβίωσης έχει φωλιάσει μέσα τους τον φόβο. Και ο φόβος τους είναι να μην πεθάνουν από την πείνα η ότι άλλο τους απειλεί. Εφόσον λοιπόν αγωνίζονται να σώσουν την ζωή τους από το κακό που τους βρήκε πως ακριβώς θα πάω εγώ να τους μάθω να θυσιάζουν την ζωή τους σε έναν ανώτερο σκοπό; Είναι αντιφατικό δεν βρίσκεις;»

Καθώς του έλεγα αυτά άρχισα να μαζεύω τα σύνεργα του μαθήματος. Είχε περάσει η ώρα και ο ήλιος πήγαινε προς την Δύση του. Μπορεί τα ηλιοβασιλέματα την άνοιξη να είναι μαγευτικά ιδίως αν τα παρακολουθείς στην εξοχή παρέα με τις ανθισμένες ανεμώνες, αλλά η υγρασία στην περιοχή που βρισκόμασταν ανέβαινε κατακόρυφα μετά το μεσημέρι και ήταν προτιμότερο να κατηφορίσουμε από τον λόφο προς το σπίτι μου ώστε να συνεχίσουμε το μάθημα σε πιο ζεστή….τάξη. Άλλωστε το τέλος αυτού του μαθήματος ήθελα να γίνει στο σπίτι μου και για κάποιον σοβαρό λόγο, άσχετο με ηλιοβασιλέματα ανεμώνες και υγρασίες: Είχα αφήσει εκεί να μας περιμένει ανοιχτό το τελευταίο αντικείμενο του σημερινού μαθήματος.

Έτσι αφού μαζέψαμε το πρόχειρο πικ νικ μας αρχίσαμε να κατηφορίζουμε από τον λόφο σιγά σιγά και υπό μορφήν περιπάτου. Ακολουθούσαμε κάποιο δυσδιάκριτο μονοπάτι που υπήρχε σε αυτήν την πλευρά του λόφου. Το τοπίο μπορούσες να το χαρακτηρίσεις βραχώδες με μεγάλα ωστόσο κομμάτια βλάστησης. Έτσι περπατώντας ανάμεσα σε ανεμώνες και συστάδες βράχων, με κατεύθυνση προς το τέλος του λόφου και το σπίτι μου, συνεχίσαμε το μάθημα.

– «Οι άνθρωποι του κατεστημένου το ξέρουν πολύ καλά όλο αυτό. Μπορεί και οι επαναστάτες να έχουμε τις σχολές και τους ανθρώπους μας, ανά τους αιώνες, αλλά να είσαι σίγουρος πως και το κάθε κατεστημένο έχει τις δικές του σχολές ή δεξαμενές σκέψεις και τους δικούς του «μέντορες». Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την Νέα Τάξη Πραγμάτων που μιλάμε για μια παγκόσμια κλίκα. Εκεί είναι νομίζω αυταπόδεικτο ότι οι άνθρωποι αυτοί το έχουν δουλέψει καλά το παιχνίδι. Στην προκειμένη περίπτωση κοιτάξανε να εξαρτήσουν την ζωή του ανθρώπου από τα δικά τους μέσα, ούτως ώστε να μην δύναται ο μέσος πολίτης να μπορεί να επιβιώσει αν δεν είναι σε έναν βαθμό πελάτης της κλίκας αυτής. Πως το κάνανε αυτό; Στην αρχή σε έπεισαν να ανταλλάξεις το βάζο που σου έδειξα με μια άλλη συσκευή που λέγεται ψυγείο. Φυσικά εσύ τότε που συνέβη αυτό δεν θα μπορούσες να φανταστείς την συνέχεια. Το είδες ως μια ευκολία στο να συντηρείς τρόφιμα και τίποτα άλλο….σωστά;»

– «Προφανώς θες να πεις ότι μετά εξαρτηθήκαμε από το ηλεκτρικό ρεύμα;» ρώτησε ο Φανούρης.

– «Όχι δεν είναι τόσο επιφανειακό το ζήτημα. Η σκεπτική δεν έχει σχέση με την χρήση του ηλεκτρισμού αλλά με την αυτάρκεια ως έννοια και ως ανεξαρτησία. Κάποτε δεν υπήρχαν σούπερ μάρκετ. Η ύπαρξη του σούπερ μάρκετ, στην μορφή τουλάχιστον που είναι σήμερα, βασίζεται στην ύπαρξη και την χρήση του ψυγείου. Η ακολουθία πάει ως εξής: Κάθε προϊόν που προσφέρει η φύση το προσφέρει μια συγκεκριμένη εποχή. Την εποχή που προσφέρεται το προϊόν αυτό υπάρχει σε επάρκεια παντού και μπορείς να το παραγάγεις και χωρίς να το αγοράσεις. Έτσι άλλωστε επιβίωνε η ανθρωπότητα αιώνες τώρα. Ωστόσο επειδή π.χ. το πορτοκάλι έβγαινε μια φορά τον χρόνο μεν αλλά σε μεγάλες ποσότητες δε, έπρεπε να το συντηρήσεις ώστε να σου φτάσει για όλον τον χρόνο. Έτσι κατανάλωνες φρέσκα πορτοκάλια την εποχή που αυτά υπήρχαν και το πλεόνασμα που δεν μπορούσες να καταναλώσεις άμεσα το έκανες μαρμελάδα πορτοκάλι ή γλυκό ή κάτι παρεμφερές και το είχες για όλο τον χρόνο. Σε αυτό το παλαιό μοντέλο συντήρησης του ανθρώπου κατανάλωνες κάθε μέρα κάτι φρέσκο και κάτι συντηρημένο από τους προηγούμενους μήνες. Ταυτοχρόνως συντηρούσες το σημερινό φρέσκο που περίσσευε ώστε να το φας τους επόμενους μήνες που αυτό το προϊόν δεν θα υπήρχε. Όλη η τροφή έκανε αυτόν τον κύκλο και εν τέλη το αποτέλεσμα ήταν ότι μπορούσες πάντα να έχεις από τα πάντα και κυρίως χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να τα αγοράζεις ή έστω να εξαρτάσαι από το σούπερ μάρκετ.»

– «Ναι αλλά αν και ακούγεται απλουστευμένο όλο αυτό, στην πραγματικότητα δεν είναι γιατί οι παλαιές δομές της κοινωνίας ήταν διαφορετικές.» παρατήρησε εύστοχα ο Φανούρης και δεν μπορούσα να του πω ότι είχε άδικο.

– «Είναι αντιφατικό να θες να αλλάξεις κάτι το καινούργιο με κάτι παλιό χωρίς κόστος. Για να έρθει και να επιβληθεί το καινούργιο σαφώς και θα είχε κάποια πλεονεκτήματα. Στην υπόθεση μας το πλεονέκτημα ήταν η ευκολία στην ζωή του ανθρώπου. Όμως όταν εν τέλη κρίνεις κάτι δεν εστιάζεις μόνο στα πλεονεκτήματα του αλλά και στα μειονεκτήματα. Δεν βλέπεις μόνο τι σου δίνει αλλά και τι σου παίρνει και έτσι κάνοντας έναν τελικό, συνολικό υπολογισμό, μπορείς να πεις αν τελικά αυτό το κάτι συνέφερε η όχι. Ωστόσο εδώ δεν ήρθαμε να συζητήσουμε αν η ανθρωπότητα θα προτιμήσει το βάζο από το ψυγείο. Εδώ τεκμηριώνουμε ότι είναι απαραίτητο ο φιλόδοξος μελλοντικός επαναστάτης να έχει κάποια αυτονομία στην ζωή του. Άλλωστε οι επαναστάσεις δεν γίνονται από τους πολλούς αλλά από τους λίγους ικανούς…» παρατήρησα κάπως αυστηρά ώστε ο μαθητής μου να μην πάει το μάθημα σε ρηχά μονοπάτια.

«Το όλο σύστημα είχε μια μακρυά περίοδο ωρίμανσης στην ανθρωπότητα και σε αυτή την ωρίμανση συνετέλεσαν κάποιοι παράγοντες. Ένας παράγοντας είναι η εξάρτηση της επιβίωσης του ανθρώπου από το σούπερ μάρκετ. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων είναι εξαρτημένοι από αυτό για να αποκτήσουν την τροφή τους. Έτσι με τα χρόνια ο άνθρωπος συνήθισε να αγοράζει φρέσκες μπανάνες τον χειμώνα και πορτοκάλια το καλοκαίρι και έχτισε την ζωή του με βάση αυτή την δυνατότητα. Φυσικά και το σούπερ μάρκετ αλλά και ο καταναλωτής είχαν ψυγεία ώστε να μπορεί να αναπτυχθεί αυτό το μοντέλο. Πλέον αν δεν μπορεί να ψωνίσει από το σούπερ μάρκετ δεν μπορεί να τραφεί διότι αδυνατεί να βρει μόνος του τροφή και να την συντηρήσει. Αυτό είναι μια εξάρτηση από το σύστημα λοιπόν. Όταν το κατεστημένο θα θέλει να περάσει κάποιο μέτρο ή να κάνει πιο σφικτό τον κλοιό γύρω από τον πολίτη μοιραία θα χρησιμοποιεί αυτό το όπλο ως μοχλό πίεσης στην ανθρωπότητα. Και θα βγαίνει ένας εκπρόσωπος του συστήματος στα διάφορα ΜΜΕ λέγοντας: Θα κάνετε αυτό αλλιώς δεν θα μπορείτε να ψωνίσετε. Όπως είναι φυσικό η συντριπτική πλειοψηφία θα υπακούει διότι θα φοβάται. Αν όμως δεν χρειαζόταν να αγοράσουν την τροφή τους; Θα υπάκουαν;»

Ο Φανούρης μόλις είχε σκοντάψει σε μια πέτρα που προεξείχε από το έδαφος. Ήμασταν πλέον στο τέλος της εξοχικής διαδρομής και λίγα μέτρα μας χώριζαν από τα πρώτα σπίτια που ήταν χτισμένα στις παρυφές του λόφου. Ο Φανούρης ανακάλυψε ότι ένα κορδόνι του αθλητικού παπουτσιού που φορούσε είχε κάπως χαλαρώσει και βρήκε την ευκαιρία να κοντοσταθεί λίγο ώστε να δέσει καλύτερα τα κορδόνια των παπουτσιών του,μουρμουρίζοντας κάποιες χοντρές κουβέντες προς την πέτρα που βρέθηκε στον δρόμο μας.

Εγώ αν και θα είχα πολλά να παρατηρήσω επί του θέματος περιορίστηκα σε ένα αχνό χαμόγελο διότι αν άνοιγα συζήτηση εκείνη την στιγμή για το συμβάν της… πέτρας τότε το μάθημα θα παρέκλινε κατά πολύ από τον αντικειμενικό του σκοπό. Ωστόσο κάποια μέρα στο μέλλον θα του θύμιζα το γεγονός και θα τον ρωτούσα το εξής: «έφταιγε η πέτρα που ήταν εκεί η το ποδάρι σου που έπεσε απάνω της;». Αυτό όμως όπως είπαμε θα ήταν υλικό για κάποιο μελλοντικό μάθημα. Πλέον ήμασταν κοντά στο σπίτι μου το οποίο ήταν από τα πρώτα που συναντούσες όταν κατέβαινες από τον λόφο και έτσι έπρεπε να φτάσω την κουβέντα στο σημείο που ήταν αποφασισμένο να φτάσει. Έτσι του έδωσα σήμα με το χέρι μου να απαντήσει στην ερώτηση που ήδη είχε ειπωθεί πριν την…πέτρα.

– «Έχει συμβεί αυτό πολλές φορές δάσκαλε. Αυτό που δεν μπορώ να γνωρίζω είναι αν οι άνθρωποι φοβούνται μην χάσουν την τροφή τους ή όλα τα καταναλωτικά αγαθά μαζί. Πάντως έχει συμβεί. Υπήρξαν ας πούμε περίοδοι που δεν μπορούσες να ψωνίσεις αν δεν είχες κάποιου είδους ηλεκτρονική πιστοποίηση στην αγορά σου όπως τον γραμμωτό κώδικα συναλλαγών όπως υπήρξαν περίοδοι που δεν μπορούσες να ψωνίσεις κάτι αν δεν φορούσες μια μάσκα. Και μάλιστα αυτοί οι περίοδοι δεν φαίνεται να έχουν τελειώσει οριστικά» είπε ο Φανούρης περιγράφοντας ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν.

– «Εδώ λοιπόν είναι το θέμα μας. Εάν μπορούσες να βρεις και να αποθηκεύσεις την τροφή σου με άλλο τρόπο, δεν θα αγωνιούσες μήπως και δεν σου επιτρέψει το σούπερ μάρκετ να ψωνίσεις από αυτό και μάλλον ο ιδιοκτήτης του σούπερ μάρκετ θα αγχωνόταν μην σε χάσει από πελάτη. Σε μια ιδανική κατάσταση – ως υποθετικό σενάριο- τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελίσσονται με την εξής σειρά. Βγάζει ο εκπρόσωπος του κατεστημένου μια διαταγή με την οποία λέει στους πολίτες ότι αν δεν φοράνε μάσκες δεν θα μπορούν να ψωνίζουν από το σούπερ μάρκετ. Οι πολίτες έχουν όλοι τις παραγωγές τους σε τροφή και τις έχουν αποθηκεύσει χωρίς ρεύμα εντελώς δωρεάν. Οι πολίτες δεν φοβούνται ότι θα πεθάνουν της πείνας και έτσι δεν υπακούν στην εντολή του κατεστημένου. Αυτό όλο φέρνει μια αποχή από τα σούπερ μάρκετ. Οι ιδιοκτήτες των σούπερ μάρκετ βλέπουν τα κέρδη τους να συρρικνώνονται και αντιδρούν. Εν τέλη σε αυτό το σενάριο η Νέα Τάξη Πραγμάτων υποχωρεί και παίρνει πίσω το μέτρο αφού χάνει τον μοχλό πίεσης.» κατέληξα βλέποντας σε κάποια κοντινή απόσταση το σπίτι μου.

– «Δάσκαλε ελπίζω να μην εννοείς ότι για να επιτύχει η επανάσταση πρέπει οι άνθρωποι να είναι αυτάρκεις, γιατί δεν νομίζω ότι θα πείσουμε πολλούς να συντηρούν τα τρόφιμα τους σε αλάτι λάδι ζάχαρη και βάζα. Μπορεί να βρούμε κάποιους αλλά θα είναι λίγοι για να κάνουν μια επανάσταση.» είπε ο Φανούρης κάνοντας πάλι αυτό το τικ με το μάτι του που ήταν χαρακτηριστικό του από τότε που ήταν παιδί.

Ο Φανούρης με κοιτούσε με έκδηλη αγωνία στα μάτια του περιμένοντας την απάντηση μου. Εγώ θεωρώντας υπερβολική την αγωνία του δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα γέλιο που μου βγήκε αυθόρμητο και εκρηκτικό.

– «Αγαπητέ μαθητή με πληρώνεις εσύ για να σε μάθω πως να κάνεις μια επανάσταση, όχι όλοι οι υπόλοιποι. Οι οδηγίες μου αφορούν εσένα ως μελλοντικό αρχηγό – ή έστω ένας από τους αρχηγούς – της μελλοντικής αυτής επανάστασης. Οι πολλοί άνθρωποι φυσικά και δεν μπορούν να ακολουθήσουν αυτές τις οδηγίες. Όμως δεν είναι το μόνο που δεν μπορούν να ακολουθήσουν. Ούτε μια επανάσταση δεν μπορούν να κάνουν μόνοι τους , ούτε να επιβιώσουν αυτόνομα ούτε να είναι ανεξάρτητοι…είναι αυτονόητο ότι το πλήθος πάντα θα είναι αδύναμο σχετικά με τους λίγους ψυχωμένους. Γιαυτό πάντα η ανθρωπότητα σε κάθε κίνηση της θα χρειάζεται κάποιους ηγέτες και κάποιους αρχηγούς. Η επανάσταση θα ξέφευγε από αυτό τον κανόνα; Φυσικά όχι. Άλλωστε η επανάσταση είναι ενταγμένη στην φυσική τάξη των πραγμάτων διότι ο άνθρωπος έχει την τάση να είναι ανατρεπτικός από την φύση του, μόνο που ως αντιφατικό ον θέλει πάντα κάποιον ηγέτη να ηγηθεί αυτής της ανατροπής. Συνεπώς…..Αρκεί αυτές τις οδηγίες να τις ακολουθήσεις εσύ και το επιτελείο σου. Δεν μπορεί να ηγείται μιας επανάστασης κάποιος οι κάποιοι που εξαρτώνται από το σύστημα που θέλουν να ανατρέψουν. Μέχρι τουλάχιστον να έχεις τα μέσα να θρέψεις τον μελλοντικό σου στρατό πρέπει να είσαι ανεξάρτητος και αυτόνομος όχι μόνο ως πηγή έμπνευσης και ακεραιότητας για τους άλλους αλλά και για να μην φοβάσαι τα αντίποινα του αντιπάλου και να μπορείς απερίσπαστος να εργαστείς τον σκοπό σου. Αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην τροφή και το σούπερ μάρκετ. Το επιθυμητό αποτέλεσμα είναι η πλήρης αυτονομία από το σύστημα. Φυσικά αυτό θα πρέπει να το επεκτείνουμε και άλλο σε μεταγενέστερο μάθημα.»

Η κύρια είσοδος του σπιτιού μου άνοιξε με ένα οξύ τρίξιμο στους μεντεσέδες. Ποτέ δεν λάδωνα τους μεντεσέδες στις πόρτες και τα παράθυρα. Αντιθέτως βοηθούσα να παράγεται ο θόρυβος αυτός με διάφορες πατέντες και κόλπα. Για εμένα ήταν σημαντικό όταν στο σπίτι μου ανοίγει κάποια πόρτα ή κάποιο παράθυρο να ακούγεται θόρυβος. Έστω ένα απαλό τρίξιμο. Ήταν ο δικός μου τρόπος να έχω συναγερμό στον χώρο μου. Το ίδιο επιδίωκα και στην εξωτερική περίμετρο του σπιτιού. Ήταν αδύνατο να προσεγγίσει κάποιος το σπίτι μου χωρίς να κάνει κάποιον θόρυβο. Κάπου θα ήταν αναγκασμένος να πατήσει σε κάποια σκόρπια ξερά κλαδιά ή αν προσπαθούσε να τα αποφύγει θα πατούσε σε άλλα θορυβώδη αντικείμενα που ήταν θαμμένα εδώ και εκεί κάτω από λεπτά στρώματα φύλλων και χώματος. Ήταν ο δικός μου τρόπος να ξέρω ότι κάποιος απρόσκλητος επισκέπτης σουλατσάρει στον χώρο μου και πιστέψτε με αν αυτό το σύστημα το φτιάξει κάποιος σωστά δουλεύει άριστα δωρεάν και για πάντα.

Μπαίνοντας στο σαλόνι του σπιτιού που στο κέντρο του ήταν τοποθετημένο ένα μικρό τραπέζι και δυο ξύλινες καρέκλες,πρότεινα στον Φανούρη να κάτσει στην μια καρέκλα. Οι καρέκλες ήταν η μια απέναντι από την άλλη και πάνω στο τραπέζι ήταν το τελευταίο αντικείμενο που θα του δίδασκα σε εκείνο το μάθημα. Ο Φανούρης καθώς κάθισε στην καρέκλα είπε κάτι που σχεδόν περίμενα ότι θα πει.

– «Δάσκαλε όμως ένας άνθρωπος που θα ζει έτσι όπως μου λες,αν βάλουμε όλα όσα συνεπάγεται η αυτάρκεια και η κατάκτηση της, ουσιαστικά θα είναι όπως λέει και ο λαός, σαν την μύγα μέσα στο γάλα. Θα είναι τόσο διαφορετικός από τους υπόλοιπους, θα είναι τόσο εμφανές αυτό, που πως θα μπορέσει να τους προσεγγίσει και πως θα είναι δυνατόν να είναι καλυμμένος από τα μάτια του συστήματος, ώστε να μην τον εξοντώσουν;»

– «Ξέρεις τι παιχνίδι είναι αυτό;» τον ρώτησα εγώ που είχα ήδη καθίσει απέναντι του και του έδειχνα το αντικείμενο που ήταν τοποθετημένο πάνω στο τραπέζι ανάμεσα μας.

– «Δάσκαλε αυτό είναι ένα σκάκι. Είναι πολύ καλό παιχνίδι στρατηγικής και θεωρούμαι καλός παίχτης σε αυτό.»

– «Αν αλλάζαμε όμως τους κανόνες του παιχνιδιού με κάποιους άλλους δικής μου επινόησης θα εξακολουθούσες να είσαι καλός σε αυτό;Αν σου έλεγα ότι για να απαντηθεί η ερώτηση σου πρέπει να με κερδίσεις σε μια παρτίδα σκάκι με νέους κανόνες από αυτούς που γνώριζες ως τώρα και πως αν χάσεις την παρτίδα δεν θα έχεις ευκαιρία να ξαναπαίξεις και συνεπώς να πάρεις την απάντηση σου…θα το ρίσκαρες;»

Συνεχίζεται…

*Ο Ιωάννης Βαρκάρης είναι συγγραφέας και εκδότης, κατοχυρωμένος στην Εθνική βιβλιοθήκη, που χρησιμοποιεί καλλιτεχνικά αντώνυμα(ψευδώνυμα) όπως κάθε καλλιτέχνης και συγγραφέας δικαιούται βάση των διεθνών νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Αναγνώσεις: 277
Σημερινές: 0