Αν έπρεπε κάποιος να διαβάσει ένα και μόνο ένα βιβλίο για να βγάλει κάποια συμπεράσματα για την επανάσταση του 1821 αλλά συνολικά και την δημιουργία  του νέου ελληνικού κράτους, αυτό είναι το βιβλίο του Ν. Κασομούλη: Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεων των Ελλήνων 1821-1833. Η λέξη «βιβλίο» θα μπορούσε βέβαια να ξεγελάσει. Πρόκειται για 3 τόμους 553+749+633=1935 σελίδων (!), γραμμένων σε μια γλώσσα τυπικά μεν ελληνική αλλά και αρκετά δύσκολη (πραγματική πάντως μέσα σε εκείνα τα ιστορικά δεδομένα), που χρειάζεται εξοικείωση μέχρι να αρχίσει να γίνεται κατανοητή στις λεπτομέρειές της.

Κι όμως, μ’ αυτές τις δυσκολίες, τα “στρατιωτικά ενθυμήματα” έχουν ένα μοναδικό προσόν, ακριβώς εκείνο που τα έσπρωξε στο περιθώριο, να είναι γνωστά μόνο σε εξειδικευμένους ιστορικούς: γράφτηκαν από κάποιον που συμμετείχε στρατιωτικά αλλά και “γραφειοκρατικά” σ’ όλη αυτήν την ιστορία, κρατώντας διαρκώς σημειώσεις, έγγραφα και προφορικές συνεννοήσεις, χωρίς να νοιάζεται να “κτενίσει” (δηλαδή να λογοκρίνει) την πραγματικότητα ώστε να ταιριάζει σε κάποια επική κρατική ιδεολογία! Μ’ άλλα λόγια τα “στρατιωτικά ενθυμήματα” είναι ό,τι πιο κοντινό θα μπορούσε να φανταστεί κανείς σε ρεπορτάζ – απ’ – την – πρώτη – γραμμή, σε μια εποχή που θα ήταν αδιανόητο για κάποιον να κάνει τέτοια δουλειά για τόσο πολύ καιρό.

Δεν θα διδάσκονταν ποτέ και πουθενά επιλεγμένα αποσπάσματα αυτού του ρεπορτάζ! Θα κατέστρεφαν πολλά παραμύθια!

Ποια είναι η πραγματικότητα όπως εντοπίζεται απ’ το έργο του Κασομούλη; Ένα μικρό, ελάχιστο δείγμα (τόμος Β, σελ. 32 – 33):

… Πριν έβγουν οι βαθμοί και οι μισθοί από την Κυβέρνησιν εύρισκες μέγα μέρος των Ελλήνων όπου έτρεχαν εις τον πόλεμον μόνο από πατριωτισμόν….

[σ.σ.: Από τις αρχές του 1822 συστάθηκε κάτι σαν “κράτος” του οποίου η βασικότερη δουλειά ήταν να μοιράζει – κατά προτίμηση στους “οικείους και φίλους” – λεφτά που έρχονταν είτε σαν δάνεια είτε σαν χορηγίες Ελλήνων αστών και φιλελλήνων της Ευρώπης, αλλά επίσης αξιώματα (“βαθμούς”) και γη· γη που θα γινόταν “κρατική” μετά την “απελευθέρωση”…]

Οι παλαιοί Αρματωλοί αισχύνοντο να ονομασθούν μισθωτοί. Τους βαθμούς τους περιφρονούσαν, αλλά και πολλοί άλλοι άξιοι, οίτινες είχον την επιρροήν από μόνην την παληκαργιάν εις τους στρατιώτας, δεν εδέχθησαν ούτε βαθμόν ούτε μισθόν, έως έναν καιρόν.

Ο πόλεμος κατά των Ανταρτών [σ.σ.: Εννοεί τον εμφύλιο ρουμελιωτών – μωραϊτών που ξεκίνησε πολύ γρήγορα, με υλικό επίδικο ακριβώς τις “αμοιβές”…] έβαλεν εις την αυτήν την Κυβέρνησιν να μεταχειριστή και το εν και το άλλο [σ.σ.: και τους μισθούς και τους βαθμούς / αξιώματα], τα οποία εστάθησαν η πηγή των επόμενων διχονοιών και έριδων αναμεταξύ των στρατιωτικών.

Οι Σουλιώται όλοι σχεδόν εμισθώθησαν, οι μεν υπό την άμεσον διοίκησιν της Κυβερνήσεως, οι δε υπό άλλους οπλαρχηγούς, και άγοντο και με την περίστασιν. [σ.σ.: Δρώντας σαν μισθοφόροι πήγαιναν σε όποιον έδινε τα περισσότερα]. Αφού αποσύρθηκαν από την πατρίδα τως εις τα Νησιά, και εβγήκαν έπειτα και έξω, αναγκασμένοι από την δυστυχίαν, έτρεξεν ο καθείς όπου ήτον μισθός.

Εις Κορυφούς [σ.σ.: Corfu, η Κέρκυρα] εκατοικούσαν έως τότε, και απ’ εκεί η επιτροπή της εκεί συστημένης Ελλ. Εταιρίας τους επλήρωνε ανά δώδεκα δίστηλα και τους έβγαζεν εις την Ελλάδα από εκει, μυστικώς από την εκεί Αγγλικήν κυβέρνησιν, και με αδρά έξοδα…

Οι Πελοποννήσιοι προύχοντες εμίσθωσαν εκτελεστικήν δύναμιν από Ρουμελιώτας να υπερασπίζονται και να επιρρεάζουν εις τους λαούς της Πελοποννήσου.

Αφού η διαφθορά αυτή των βαθμών και μισθών διεδόθη εις όλους, ο λαός ετραβήχθη από το πολεμικό χρέος, στηριζόμενος εις τα μισθωτά στρατεύματα…

Θα υπέθετε κάποιος πως, έστω, πληρωνόταν κάθε ένας που μπορούσε να πολεμήσει… Λάθος!!! Τα λεφτά δίνονταν στους «αξιωματικούς» τους, ανάλογα με το πόσους «στρατιώτες» δήλωνε ο καθένας ότι έχει υπό τις διαταγές του! Οι οποίοι, προφανώς, ήταν … εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες – αλλά συνήθως ανύπαρκτοι! (Μετά από πολλά πολλά χρόνια, με τις αγροτικές επιδοτήσεις της ε.ε., οι Έλληνες αγρότες θα δήλωναν εκτάσεις συνολικά όσο η έκταση της ελληνικής ξηράς συν όλο το Αιγαίο! ¨Όσο για κοπάδια; Εκατοντάδες χιλιάδες ζώα έβοσκαν στις απέραντες Ελληνικές πεδιάδες…)

Γι’ αυτόν τον λόγο είχαν σημασία οι «βαθμοί», τα «αξιώματα» που μοίραζε το… Κράτος! Ο Κασομούλης μιλάει για τα «διπλώματα», που ήταν απόδοση βαθμών αξιωματικού τακτικού στρατού στους χύμα οπλαρχηγούς ώστε, στη συνέχεια, να δηλώνουν ότι έχουν «στρατολογήσει» τόσους όσους επέτρεπε ο «βαθμός» τους· εικονικά βέβαια…. (τόμος Β, σελ. 25):

… Τα διπλώματα με ψηφίσματα [σ.σ.: του «νομοθετικού» και του «εκτελεστικού» του «κράτους»] έβγαιναν ωσάν από τον φούρνον πλέον, και στάσιν δεν είχαν. 25 διπλώματα ζητούσεν και ο Στορνάρης – παραδειγματιζόμενος από τους άλλους – αντιστρατηγίας, χιλιαρχίας και εκατονταρχίας με αναφοράν του προς την Κυβέρνησιν, τα οποία επικυρώθηκαν την 25 Φεβρουαρίου, και ετιμήθην κ’ εγώ με τον βαθμόν του χιλιάρχου.

Όλοι οι Έλληνες γελούσαν δια τούτο, πλην και κανένας από όσους πλησιάζαν την Κυβέρνησιν δεν το έρριπτεν. Ωμιλήθη εις το Βουλευτικόν αύτη η κατάχρησις· εγνωμοδότησαν ότι, δια να παύση η κατάχρησις, πρέπει να δώσουν σε όσους ζητήσουν ό,τι λογής βαθμόν ζητήσουν, και ούτως πάλιν να επιστρέψωμεν εις τα πρώτα [σ.σ.: Στις διαρκείς προαγωγές…]

Αρκεί να είχες ένα Βουλευτήν ή ένα γραμματικάκι φίλου – η δουλειά σου τελείωνεν.

Όλοι οι εν τοις πράγμασι συνήργησαν και δια τους συγγενείς των και δια τους φίλους των, και ούτως εκάρπισαν τόσοι συμβιβασμοί, όσοι δεν ήλπιζεν κανένας. Και κανένας δεν ζητούσεν χρήματα του βαθμού. [σ.σ.: Τακτική «διαδοχικών προσεγγίσεων»! Πρώτα «έκλειναν» το αξίωμα και απαιτούσαν αργότερα τον μισθό που του αντιστοιχούσε και τα λεφτά για τους μισθούς των πραγματικών και εικονικών στρατιών τους…]

… Πλήθος «αξιωματικοί της Διοικήσεως» εφύτρωσαν, και κανένας δεν ήξευρεν πόσους έχει ο ίδιος στρατιώτας. Οι νεοφυτευμένοι αξιωματικοί καμμίαν επίρροιαν προς τους στρατιώτας των είχαν· όλους τους προσκαλούσεν η Κυβερνησις υπό την οδηγίαν των επισημοτέρων και κηρυγμένων υπερ αυτής οπλαρχηγών, όμως η επιρροή των επισημότερων τούτων δεν έπιπτεν, μ’ όλην την ηθικήν επιρροήν όπου απέκτησε η Κυβέρνησις…

Να το θυμίσουμε, για να μην γίνει παρεξήγηση: αυτά συνέβαιναν το 1822, το 1823…

Οι (κανονικοί) παράδες δεν αρκούσαν βέβαια. Τα δανεικά ή/και οι δωρεές δεν ήταν συνεχούς ροής! Τι μηχανεύτηκε το (νέο ελληνικό) «κράτος» πριν καν και καν υπάρξει σαν αναγνωρισμένο διεθνώς; Χαρτιά, «βεβαιώσεις» – ένα είδος «επιταγών»!!! Ο Κασομούλης τα ονομάζει «προσόδους», όπως υποθέτουμε τις αποκαλούσαν γενικά!!… Παρακαλούμε συγκρατείστε το πόσο παλιές είναι οι πολιτικές πρόσοδοι και ο προσοδισμός στα μέρη μας! Πριν καν «ελευθερωθούν»…

Μπορεί αυτά τα «πιστοποιητικά» του είδους «έχει λαμβάνειν», οι πρόσοδοι (εν όψει της άφιξης μελλοντικών δανείων ή/και δωρεών…), να έλυναν το πρόβλημα της δωροδοκίας / μισθοφορίας, δημιουργούσαν όμως άλλα. Για παράδειγμα αφού δεν ήταν γρόσια, τι θα μπορούσε να πληρώσει κάποιος μ’ ένα τέτοιο «χαρτί», που ωστόσο είχε θέση φυσικού χρήματος; Αναπτύχθηκε έτσι γρήγορα μια παράλληλη αγορά «σπασίματος» αυτών των πρωτόλειων επιταγών! Όσοι είχαν ρευστό τις αγόραζαν (όχι, βέβαια, στην αναγραφόμενη «αξία»!) δίνοντας γρόσια. Συγκέντρωναν ύστερα αυτές τις «προσόδους», και επειδή ήταν οι πλούσιοι κοτζαμπάσηδες ή έμποροι της εποχής και είχαν «άκρες» στην κυβέρνηση, τις έστελναν μαζεμένες για να πληρωθούν! Και είναι αναμενόμενο πως όσοι μεσολαβούσαν για να γίνουν αυτές οι πληρωμές (όταν γίνονταν…) κρατούσαν κι αυτοί το ποσοστό τους, για τον κόπο τους…

Θα έλεγε κάποιος ότι η τοκογλυφία έγινε βασικό συστατικό στοιχείο της επανάστασης· έστω της διατήρησης ένοπλου δυναμικού ώστε να μοιάζει πειστικό προς τα έξω ότι γίνεται κάποια επανάσταση…

Υπήρχαν, τέλος, οι «παροχές σε είδος». Σε γη. Ο Κασομούλης περιγράφει αλλού ότι οι Υδραίοι καραβοκύρηδες αρνούνταν πεισματικά να μεταφέρουν με τα πλοία τους τρόφιμα και μπαρούτι στους πολιορκούμενους απ’ την στεριά στο Μεσολόγγι, αν δεν τους δινόταν γη, εκτάσεις, απέναντι, στην χερσόνησο της Τροιζήνας! Μόνο όταν πήραν αυτά που ζητούσαν ξεκίνησαν να κάνουν τον γύρο της Πελοποννήσου για να φτάσουν ως τους πεινασμένους και εξαθλιωμένους Μεσολογγίτες…

Καθώς περνούσαν τα χρόνια του «αγώνα» και το πλιάτσικο στο ρευστό συστηματοποιήθηκε (λιγότεροι τσέπωναν περισσότερα…), οι παροχές / υποσχέσεις γης διευρύνθηκαν απ’ το «κράτος». Ήταν ο μόνος πόρος που μπορούσε να μοιράζεται στα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα, στα βουνά και στα λαγκάδια της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Αυτό προϋπέθετε βέβαια ότι η επανάσταση θα κέρδιζε· πράγμα που έγινε και χάρη στη στρατιωτική επέμβαση των «ξένων», των «μεγάλων δυνάμεων» – γιατί κατά τα υπόλοιπα η επανάσταση είχε ουσιαστικά κινδυνεύσει να χαθεί πριν τη ναυμαχία στο Ναυαρίνο…

Μπορεί πάντως ο καθένας να φανταστεί πόσο «εθνικό ιδεώδες» υπήρχε σε ένα μεγάλο μέρος του πλυθισμού που πολεμούσε (όπως και όταν πολεμούσε…) μόνο για τα λεφτά (ή άλλου είδους προσόδους…)… Καθώς και τι είδους σχέση, εν μέρει ιδιοτελή και εν μέρει φαντασιακή, ανέπτυξε αυτός ο πληθυσμός με τους χρηματοδότες του (και, εν τέλει, τους στρατιωτικούς σωτήρες του), τους «ξένους» (δηλαδή τις «μεγάλες δυνάμεις»).

Η πεποίθηση ότι (οι ξένοι) «μας έχουν ανάγκη» δεν δημιουργήθηκε ούτε από «το δόσιμο των φώτων του πολιτισμού» ούτε απ’ την γνώση της ευρωπαϊκής διπλωματίας· αλλά απ’ την ωμότητα του μας πληρώνουν (παρότι σε μεγάλο βαθμό επρόκειτο για δανεικά…). Σε συνδυασμό με την καθημερινή εμπειρία της φτώχιας (: «ψωροκώσταινα») διαμορφώθηκαν οι ιδεολογικοί όροι μιας εντελώς πρωτότυπης, πιθανότατα παγκόσμια, διπολικής εθνικής ιδεολογίας.

Ως γνωστόν ο «διπολισμός» στην ατομική αυτο-εννόηση θεωρείται σοβαρή ψυχολογική διαταραχή. Σκεφτείτε τι είναι όταν πρόκειται για μαζικό και διαρκώς ανατροφοδοτούμενο φαινόμενο…

Αναγνώσεις: 195
Σημερινές: 0